Η βροχή είχε μόλις σταματήσει όταν ο Νικήτας βγήκε από το μικρό βιβλιοπωλείο κρατώντας ένα μυθιστόρημα κάτω από το μπράτσο του. Ο αέρας μύριζε βρεγμένο χώμα και γιασεμί.
Η Σία ήταν μια όμορφη κι ανεξάρτητη γυναίκα 50 ετών που έχοντας βιώσει ένα δύσκολο διαζύγιο με έναν κακοποιητικό άντρα αποφάσισε να ζει όμορφα γνωρίζοντας τον έρωτα με άντρες και γυναίκες που της άρεσαν.
Υπήρξε μια εποχή που ολόκληρη η χώρα ψιθύριζε το όνομά της μέσα στο σκοτάδι, πριν κλείσει τα φώτα και πέσει για ύπνο. Νατάσα. Μόνο Νατάσα. Σαν να αρκούσε. Κι όμως, η ιστορία της δεν ξεκίνησε μπροστά στις κάμερες ούτε πάνω στα βάθρα. Ξεκίνησε σε μια γειτονιά που μύριζε άσφαλτο και πετρέλαιο, εκεί που τα παιδιά έτρεχαν μέχρι να νυχτώσει και κανείς δεν κρατούσε σκορ — εκτός από εκείνη.
Καθόμουν στη γωνία του πάγκου ενός μπαρ της περιοχής, κρατώντας το ποτήρι μου με τα δάχτυλα μου να τρέμουν ελαφρώς. Ο Σταύρος ήξερε την κρυφή μου φαντασίωση, ήξερε ποιον άντρα έβλεπα στις οθόνες και ένιωθα το μουνί μου να γίνεται υγρό, τον είχε βρει και κανόνισε να τον συναντήσω σε αυτό το μπαρ.