Προηγούμενο μέρος: Το πενθήμερο των έξι (8ο μέρος)
Στο βάθος του σαλονιού, εκεί που άρχιζαν οι σκάλες για τον πάνω όροφο, στεκόταν σαν άγαλμα ο Βασίλης. Ο μοναχογιός του Κώστα και της Εύας.
Ο ήλιος έκαιγε απαλά το δέρμα μας, αλλά όχι όσο η ένταση ανάμεσά μας. Ήμασταν μόνοι, σ' εκείνη τη μικρή, ξεχασμένη παραλία, κρυμμένοι πίσω απ' τα βράχια, σαν να την είχε κλέψει απ' τον κόσμο.
Είχα μπει στη φυλακή πριν από οκτώ μήνες για ληστεία. Ο Νίκος ήρθε πριν από τρεις εβδομάδες. Νεαρός, ξανθός, ψηλός, με εκείνη την κωλάρα που από την πρώτη μέρα που τον είδα στο προαύλιο ήξερα ότι θα την έπαιρνα. Το κελί μας ήταν διπλό. Εγώ πάνω, αυτός κάτω. Τον κοίταζα κάθε βράδυ ενώ κοιμόταν.
Υπάρχουν περιπτώσεις που τα φαινόμενα απατούν. Βάζεις το χέρι σου στην φωτιά για μια γυναίκα και μια ημέρα όλα αυτά που πιστεύεις για εκείνη γκρεμίζονται σαν χάρτινος πύργος. Γι' αυτό ο θυμόσοφος λαός λέει, ποτέ μην λες ποτέ.