Ένιωθα κούραση, πάντα δεμένη στο κεφαλάρι του κρεβατιού με τις χειροπέδες των ξαδελφιών μου, ολόγυμνη, χυμένη σε όλες τις τρυπούλες μου αμέτρητες φορές, με τον Άλκη και την Κάτια να μη σταματούν να παίζουν με το κορμί μου ξανά και ξανά. Κάποιες στιγμές εξαφανίζονταν, αφήνοντας με στην αναμονή.
Προηγούμενο μέρος: Η μάνα
Την επόμενη φορά δεν περίμενε καν να κλείσει η πόρτα. Μόλις μπήκε ο Νίκος, η Ελένη τον έπιασε από τα μαλλιά και τον τράβηξε κάτω, γονατιστό, ακριβώς στην είσοδο.